Το παραμύθι είχε δράκο….

Στα πολύ παλιά χρόνια ήτανε μια όμορφη πόλη δίπλα στη θάλασσα.

Οι κάτοικοί της ήταν παράξενοι άνθρωποι. Θέλανε να χαίρονται τη θάλασσα ελεύθερα και πίστευαν (αν είναι δυνατόν) ότι οι παραλίες ανήκαν σε όλους.

Οι άρχοντες της περιοχής είχαν άλλη γνώμη. Αυτοί θέλανε να νοικιάζουν τις παραλίες σε υγιείς επιχειρηματίες που τις γέμιζαν με ανάκλιντρα και σκίαστρα και για να κάνεις ένα μπάνιο στη θάλασσα έπρεπε τουλάχιστον να παραγγείλεις και να πληρώσεις ένα νέκταρ.

Επίσης κάθε επιχειρηματίας μπορούσε να φτιάχνει (χωρίς άδεια επίσημη) μια καλύβα, μια γλίστρα για λέμβους, μια μεγαλοπρεπή είσοδο στη «δική» του παραλία, να κόβει τα δένδρα που φύτρωναν όπου νάναι, να φωτίζει το χώρο με πυρσούς ενώ οι μουσικές συνόδευαν κάθε βράδυ τον ύπνο των δύστυχων κατοίκων.

Έτσι είχαν βρει δουλειά οι μηχανικοί του τόπου, οι οικοδόμοι, οι δικηγόροι και άλλες κατηγορίες εργαζομένων και γενικά η ανεργία υποχωρούσε συνεχώς.

Στα μαγαζιά αυτά επίσης δούλευαν είλωτες χωρίς ασφάλιση και σχεδόν πάντα απλήρωτοι, γιατί με αυτόν τον τρόπο ερχόταν η ανάπτυξη στον τόπο (δεν είχε φτάσει ακόμα αλλά αναμενόταν από στιγμή σε στιγμή…).

Οι κάτοικοι κάποια στιγμή κατάλαβαν ότι πρέπει ν’ αντιδράσουν αν ήθελαν ν’ απομείνει και γι’ αυτούς ένας κόκκος άμμου ελεύθερος.

Έκαναν συγκεντρώσεις σε καφενεία και όχι σε πλατείες (γιατί δεν υπήρχαν τέτοιες), διαμαρτύρονταν σε κάθε δημόσια Αρχή, και κάποια στιγμή ένας έντιμος δικαστής αποφάσισε να παρέμβει και κάλεσε τους άρχοντες να απολογηθούν στις κατηγορίες που τους απέδωσε.

Μεγάλη ταραχή κατέλαβε τους άρχοντες. Μαζεύτηκαν λοιπόν και αποφάσισαν ότι αρκετά ανέχτηκαν αυτούς τους αφιλότιμους υπηκόους τους.

Έπρεπε να τιμωρηθούν!

Ανέθεσαν στον πιο σπουδαίο νομικό τη συμμόρφωση των περίεργων υπηκόων κι αυτός ζήτησε από το δικαστή την κεφαλή τους επί πίνακι. Ως μάρτυρες δε έφερε τον άρχοντα της πόλης και τον άρχοντα του λιμανιού.

Οι κάτοικοι φοβήθηκαν σφόδρα.

«Αυτοί» λέγανε «θα μας κλείσουν φυλακή. Θα μας πάρουν τις καλύβες μας».

Και τι να κάνουν… αναγκάστηκαν να μαζέψουν τα κουβαδάκια τους και να πάνε σ’ άλλη παραλία.

Κι αυτό ήταν ένα ευτυχισμένο τέλος για τους άρχοντες.

Μόνο που αυτή την ίδια στιγμή χτύπησε το καταραμένο ξυπνητήρι και ξύπνησαν.

Κι αυτοί οι αφιλότιμοι, επίμονοι κάτοικοι ήταν ακόμα εκεί!

ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΡΡΑ